A huge collection of 3400+ free website templates www.JARtheme.COM WP themes and more at the biggest community-driven free web design site


Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

του φρουρίου του Γυναικόκαστρου !

Το φρούριο του Γυναικόκαστρου έχει σε κάτοψη σχήμα τραπεζίου και περικλείει έκταση εμβαδού περί τα 25 στρ. Ο εξωτερικός περίβολός του, συνολικού μήκους 614μ., θεμελιώνεται απευθείας επάνω στο φυσικό βράχο και ενισχύεται κατά αραιά διαστήματα με ορθογώνιους και ημικυκλικούς πύργους. Η τοιχοποιία του συνίσταται από αργολιθοδομή με σποραδικές πλίνθους και ισχυρό ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Πολλά τμήματα του περιβόλου έχουν υποστεί φθορές από τη διάβρωση, ενώ σε όλο σχεδόν το νοτιοδυτικό τμήμα του, χαμηλά στο σημείο έδρασης, παρατηρείται έλλειψη τοιχοποιίας σε βάθος 30-40εκ. έως και 0.80-1.00μ. σε κάποιες περιπτώσεις. Τμήματα των επάλξεων και του περιδρόμου διατηρούνται στον ανατολικό περίβολο καθώς και στο υψηλότερα σωζόμενο τμήμα του, στο χώρο της ακρόπολης.

Η είσοδος στο κάστρο γινόταν από δύο πύλες, την κύρια πύλη, που ανοίγεται στη νοτιοανατολική ομαλή πλευρά του, όπου οδηγούσε λιθόστρωτος πιθανόν αμαξιτός δρόμος και τη δευτερεύουσα πύλη, που βρίσκεται κοντά στη δυσπρόσιτη βορειοανατολική γωνία του περιβόλου, στο χώρο της ακρόπολης, όπου η πρόσβαση επιτυγχανόταν μέσω λαξευμένων στο βράχο απότομων σκαλοπατιών, εξασφαλίζοντας έτσι την αυτονομία του χώρου. Η κύρια πύλη, που σήμερα έχει σχεδόν καταστραφεί, ενισχυόταν από τριγωνικό πρόβολο στη νότια πλευρά της και προστατευόταν από δύο αποσπασματικά σωζόμενους προμαχώνες, που προεξέχουν του τείχους, μη έχοντας καμία λειτουργική εξάρτηση με αυτό. Οι προμαχώνες, απαραίτητοι για την άμυνα με κανόνια, αποτελούν μία εξελιγμένη μορφή οχύρωσης, που καθιερώθηκε στα όψιμα υστεροβυζαντινά χρόνια, στα οποία θα πρέπει ίσως να αναχθεί και η κατασκευή τους στο Γυναικόκαστρο.

Στο βορειοανατολικό τμήμα του κάστρου βρίσκεται η ακρόπολη, η οποία φέρει χωριστή οχύρωση τετράπλευρου σχήματος. Το νότιο τείχος της, διατηρείται σε μήκος 11.00μ. και ύψος περί τα 13.00μ., ενώ το δυτικό τείχος σώζεται σε μήκος 39.00μ. και ύψος 3.00μ.-8.00μ. Η άνοδος στις επάλξεις γινόταν μέσω κτιστής κλίμακας, τα ίχνη της οποίας διαγράφονται μέχρι και σήμερα επί της τοιχοποιίας, ενώ τα μέτωπα των τόξων που φέρουν τον περίδρομο είναι κατασκευασμένα με την τεχνική της κρυμμένης πλίνθου στην ατελή μορφή της, που συνηθίζεται να απαντάται στη φρουριακή αρχιτεκτονική της υστεροβυζαντινής περιόδου. Στην κορυφή της ακρόπολης, ο Ανδρόνικος ύψωσε “πύργο μεγέθει Τε μέγιστον και καρτερώτατον αντισχείν προς πολεμίων μηχανάς”. Ο πύργος έχει διαστάσεις 13.46μ.Χ9.40μ. και διατηρείται σε μέγιστο ύψος 7.50μ. Η τοιχοδομία του συνίσταται από ακανόνιστους λίθους με άτακτο

πλινθοπερίκλειστο σύστημα και ζωνάρια πλινθοδομής με τέσσερις έως πέντε σειρές πλίνθων, σε ακανόνιστα διαστήματα. Ο πύργος, αρχικά διώροφος, χωρίζεται σε δύο μεγάλους χώρους, ήτοι το δυτικό και ανατολικό δωμάτιο, που επικοινωνούσαν μεταξύ τους και έφερε θολωτή εξ' ολοκλήρου πλίνθινη κάλυψη, επί της οποίας διαμορφωνόταν δάπεδο από λιθοδομή, όπως μαρτυράται από τα διατηρούμενα ίχνη του στο δυτικό δωμάτιο του σωζόμενου πρώτου ορόφου. Η είσοδος στον πύργο γινόταν πιθανόν μέσω ξύλινης μεταφερόμενης σκάλας που οδηγούσε στον όροφο. Στο ισόγειό του διατηρεί δύο καμαροσκεπείς κινστέρνες που αναπτύσσονται σε αντιστοιχία με τα δωμάτια του σωζόμενου ορόφου. Οι κινστέρνες είναι σκαμμένες στο φυσικό βράχο και χωρίζονται από μεσοτοιχία πάχους 1.60μ. Η ανατολική κινστέρνα έχει διαστάσεις 4.80μ.Χ4.00μ. και ύψος 5.04μ. ως τη γένεση της καμάρας, ενώ η δυτική έχει διαστάσεις 4.80μ.Χ3.20μ. και ύψος 4.90μ.

Έχουν συνολική χωρητικότητα νερού περί τα 176κ.μ. Στα εσωτερικά τους τοιχώματα διατηρούν και οι δύο επίστρωση από διπλό στρώμα υδραυλικού κονιάματος, που σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση, ενώ στον πυθμένα τους, κάτω από τις απολήξεις των αγωγών εισροής των ομβρίων υδάτων που είναι ενσωματωμένοι στο πάχος του βόρειου και νότιου τοίχου, υπάρχουν δύο σε κάθε κινστέρνα παραλληλόγραμμα εξάρματα από σχιστόπλακες, ύψους 10εκ.,

που προστατεύουν το δάπεδο από την πτώση του νερού. Οι δύο κινστέρνες επικοινωνούν μεταξύ τους με στενή δίοδο που ανοίγεται σε ύψος 50εκ. από τον πυθμένα τους. Ο αερισμός και ο φωτισμός τους εξασφαλίζεται με σειρά ανοιγμάτων στους εξωτερικούς τοίχους της κάθε μίας. Τα δύο δωμάτια, εσωτερικών διαστάσεων περί τα 4,50Χ6,00μ.

έκαστο, χωρίζονται από εσωτερικό τοίχο, πάχους 0,96 - 1,06μ., του οποίου διασώζεται μόνο το ένα τμήμα προς νότο. Κατά τις ανασκαφικές εργασίες που διενεργήθηκαν στον πύργο ήρθε στο φως στρώμα πεσμένων τοιχογραφιών, μεταξύ των οποίων και ένα σπάραγμα με το μονόγραμμα των Παλαιολόγων, στοιχείο που συνιστά σημαντική ένδειξη για την ύπαρξη παρεκκλησίου σε έναν εκ των δύο ορόφων του. Αναφορικά με την οργάνωση της εσωτερικής του δομής:

α) Στο πλάτωμα του λόφου νοτίως του πύργου αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια ορθογώνιου κτιρίου πλάτους 7.25μ. και μήκους 11.50μ. που πιθανόν σχετίζεται με τον στρατωνισμό της μόνιμης εγκατεστημένης φρουράς στο κάστρο.
β) Νοτίως της εισόδου στο εσωτερικό του φρουρίου αποκαλύφθηκαν σε επάλληλα στρώματα λείψανα λασπόκτιστων και ασβεστόκτιστων τοιχοποιιών, που συνιστούν διαφορετικές οικοδομικές φάσεις, καθώς και τμήμα πρόχειρα κατασκευασμένου λιθόκτιστου αγωγού των μεταβυζαντινών πιθανόν χρόνων. Το ασβεστόκτιστο αψιδόμορφο κτίσμα, εσωτερικής διαμέτρου περί τα 3.00μ., στραμμένο προς ανατολάς, που δυστυχώς δεν ανασκάφηκε στο σύνολό του, αλλά και ο αρράβδωτος κίονας, μήκους 2.28μ., που εντοπίστηκε στον ίδιο χώρο, μαρτυρούν πιθανότατα τη θέση της εκκλησίας του κάστρου. Η ύπαρξη παρεκκλησίων μέσα σε πύργους αποτελούσε συνηθισμένο στοιχείο της βυζαντινής οχυρωτικής τέχνης και εξυπηρετούσε τις θρησκευτικές ανάγκες της φρουράς, μετατρέποντας παράλληλα το οχυρό οικοδόμημα σε οίκο του Θεού.
γ) Εσωτερικά του ανατολικού περιβόλου εντοπίστηκαν λείψανα λασπόκτιστων μεταβυζαντινών τοίχων που αναπτύσσονται παράλληλα ή κάθετα προς τον περίβολο, οριοθετώντας αδιευκρίνιστης μέχρι σήμερα χρήσης κτίρια.
δ) Στο βορειοανατολικό τμήμα της ακρόπολης ήρθαν στο φως πρόχειρα κατασκευασμένα λασπόκτιστα τοιχία των όψιμων μεταβυζαντινών χρόνων, πιθανόν σταυλικές εγκαταστάσεις, που καταχώθηκαν προκειμένου να προστατευτούν από ενδεχόμενη κατάρρευση.
ε) Κατά τις αποχωματώσεις που διενεργήθηκαν κατά μήκος του εξωτερικού μετώπου του ανατολικού περιβόλου, ήρθαν στο φως νέα οικοδομικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο θεμελίωσης του κάστρου καθώς και προγενέστερα οικοδομικά λείψανα κάτω από τη στάθμη θεμελίωσης, που σε συνδυασμό με τα χρονολογούμενα κινητά ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι η οχυρή αυτή θέση χρησιμοποιούνταν και πριν την οικοδόμηση του παλαιολόγειου οχυρωματικού έργου.
Το φρούριο σε σχέση με άλλα έργα της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής
Η θέση που επιλέχθηκε για το φρούριο, τα υλικά δόμησής του και η τριμερής διάρθρωση της οχύρωσής του (περίβολος, ακρόπολη και πύργος), αποτελούν τυπικά στοιχεία της βυζαντινής οχυρωτικής, τα οποία απαντώνται στο σύνολο σχεδόν των βυζαντινών οχυρωματικών έργων. Υπάρχουν ωστόσο, κάποια ιδιαίτερα κατασκευαστικά στοιχεία και λεπτομέρειες, από την παρατήρηση των οποίων δύναται να εξαχθούν ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την εξέλιξη της οχυρωτικής στον ελλαδικό και εν γένει βυζαντινό κόσμο. Συγκεκριμένα:
α) Η εφαρμογή του άτακτου πλινθοπερίκλειστου συστήματος τοιχοποιίας, ήτοι οι ζώνες με πολλαπλές σειρές πλίνθων, που απαντάται στο πύργο της ακρόπολης του Γυναικοκάστρου, αποτελεί μία ιδιαίτερα διαδεδομένη τεχνική, συνηθισμένη στις οχυρώσεις των υστερορωμαϊκών χρόνων (Μαξιμιανούπολις, Αναστασιούπολις, Κομοτηνή, Μαρώνεια, Διδυμότειχο, Φίλιπποι, Δράμα). Εμφανίζεται κυρίως σε οχυρωματικά έργα που συνδέονται με σημαντικούς κτήτορες, όπως στην οχύρωση της Μονή Κοσμοσώτειρας, στον πύργο της ακρόπολης της Χριστουπόλεως, στην Ανακτορούπολη, στη Χρυσούπολη και φυσικά στη Θεσσαλονίκη ή σε έργα μεγάλης για την εποχή τους κλίμακας, όπως στο Διδυμότειχο, στον πεντάπλευρο πύργο της ακρόπολης των Σερρών και στο φρούριο του Πυθίου.
β) Η στέγαση των ορόφων του πύργου με θολωτή κάλυψη, επί της οποίας διαμορφώνεται δάπεδο από λιθοδομή, δεν αποτελεί συνηθισμένο τρόπο κάλυψης στους υστεροβυζαντινούς χρόνους, κατά τη διάρκεια των οποίων κυριαρχεί ο διαχωρισμός είτε μόνο με ξύλινα πατώματα, είτε με συνδυασμό ξύλινων πατωμάτων και θολωτών καλύψεων. Σπάνιο επίσης, κατασκευαστικό στοιχείο των υστεροβυζαντινών χρόνων, αποτελεί η στέγαση όλων των ορόφων του πύργου με θολωτή κάλυψη, τεχνική που απαντάται όχι μόνο στον πύργο του Γυναικόκαστρου, αλλά και στον μεγάλο πύργο του Πυθίου, στον πύργο - πυλώνα και στον κυκλικό πύργο κοντά στη δευτερεύουσα πυλίδα του κάστρου της Ζίχνης, στον πύργο του Ορέστη της ακρόπολης των Σερρών και στο ακροπύργιο της ακρόπολης του Πολυστύλου, που αποτελεί έργο του Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού.
γ) Η κατασκευή δεξαμενών στο κατώτερο, υπόγειο, ημιυπόγειο ή ισόγειο τμήμα των πύργων είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στους μεμονωμένους πύργους, στα μικρά κάστρα και στις ακροπόλεις, ενώ σπάνια κτίζονταν ανεξάρτητες από αυτούς. Αντίστοιχα παραδείγματα όπου η δεξαμενή καταλαμβάνει το ισόγειο πύργων ακροπόλεως απαντάται στον πύργο του Ορέστη στις Σέρρες, σε πύργο του εσωτερικού περιβόλου του Σιδηρόκαστρου, στον οκταγωνικό πύργο του κάστρου του Πλαταμώνα, στον πύργο της Γαλάτιστας και αλλού.
δ) Η διαμόρφωση της εσωτερικής πλευράς του τείχους με μεγάλα αψιδώματα πάνω στα οποία βαίνει ο περίδρομος αποτελεί μία από τις γνωστότερες οχυρωματικές πρακτικές που απαντάται από την υστερορωμαϊκή μέχρι και την υστεροβυζαντινή περίοδο. Με την κατασκευή αυτή επιτυγχάνεται η εξοικονόμηση υλικού, η καλύτερη στατική επάρκεια του τείχους, η εξυπηρέτηση των αναγκών της φρουράς για προστασία και κάλυψη, η ευκολία επισκευής ρηγμάτων του τείχους. Η τεχνική της κρυμμένης πλίνθου, γνωστή στη βυζαντινή αρχιτεκτονική ήδη από τον 10ο αι., εφαρμόστηκε κυρίως κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, αλλά εξαφανίστηκε κατά την υστεροβυζαντινή. Σπάνια δε, εφαρμόστηκε στη φρουριακή αρχιτεκτονική. Αντιθέτως, η τεχνική στην αμελή ή ατελή μορφή της, με την οποία απαντάται στο Γυναικόκαστρο, εφαρμόστηκε σε περιορισμένη έκταση στη φρουριακή αρχιτεκτονική κατά τη μεσοβυζαντική περίοδο, ενώ γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση στην εκκλησιαστική και φρουριακή αρχιτεκτονική κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο και ειδικά στους Παλαιολόγειους χρόνους. Ανάλογο παράδειγμα με αυτό του φρουρίου του Γυναικόκαστρου παρατηρείται στο κάστρο της Κομοτηνής και στο φρούριο του Πυθίου.

Πηγή: Αθηνά Τοκμακίδου – Αρχαιολόγος: “ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΟΚΑΣΤΡΟΥ ΣΤΟ ΚΙΛΚΙΣ ΜΕΛΕΤΗ – ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ”